διακοσμῶ

διακοσμέω
divide and marshal
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
διακοσμέω
divide and marshal
pres ind act 1st sg (attic epic doric)
διακοσμέω
divide and marshal
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
διακοσμέω
divide and marshal
pres ind act 1st sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακοσμώ — διακοσμώ, διακόσμησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διακοσμώ — (AM διακοσμῶ, έω) 1. διευθετώ πράγματα με κατάλληλο τρόπο ώστε να αποτελέσουν αρμονικό και καλαίσθητο σύνολο 2. καλλωπίζω, στολίζω 3. εξωραΐζω με γραπτά, γλυπτά, κεντητά κ.ά. κοσμήματα αρχ. 1. τακτοποιώ 2. ρυθμίζω, κανονίζω 3. (στους Στωικούς)… …   Dictionary of Greek

  • διακοσμώ — [дьякозмо] р. украшать, декорировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διακοσμώ — διακόσμησα, διακοσμήθηκα, διακοσμημένος, επεμβαίνω με σκοπό την αισθητική βελτίωση, εξωραΐζω: Το κτίριο διακοσμήθηκε εξωτερικά από γνωστό αρχιτέκτονα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακόσμῳ — διάκοσμος battle order masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμασκηνώνω — διακοσμώ αντικείμενο από σίδηρο ή χάλυβα με σύρματα από χρυσό ή άργυρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. damascene, damaskeen γαλλ. damasquiner ιταλ. damaschinare)] …   Dictionary of Greek

  • γαϊτανώνω — διακοσμώ φόρεμα ή ύφασμα με γαϊτάνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακόσμωι — διακόσμῳ , διάκοσμος battle order masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακοσμίζω — (Μ) διακοσμώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος ενεστώς (αντί τού διακοσμώ) από τον αόρ. διεκόσμησα, που συνέπιπτε με τον αόρ. σε ίσα τών ρημάτων σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • διανθίζω — (AM διανθίζω) 1. ανθοστολίζω, διακοσμώ με άνθη 2. διακοσμώ με κεντήματα, δαντέλες ή πολύτιμους λίθους 3. εμπλουτίζω τον λόγο με εντυπωσιακές εκφράσεις, ρητορικά σχήματα ή παραθέματα από άλλους συγγραφείς, γνωμικά, παροιμίες κ.λπ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.